ἔμπαρος

ἔμπαρος· ἔμπληκτος, Hsch. [Prob. [pron. full] , cf. ἔμπηρος.]

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • Έμπαρος — Ημιορεινός οικισμός (υψόμ. 430 μ., 323 κάτ.) στην πρώην επαρχία Πεδιάδoς του νομού Ηρακλείου. Υπάγεται διοικητικά στον δήμο Βιάννου …   Dictionary of Greek

  • Viannos — Gemeinde Viannos Δήμος Βιάννου …   Deutsch Wikipedia

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.